οπλοστάσιο

οπλοστάσιο
το
1. στρ.
1. ο χώρος, η αποθήκη μέσα στην οποία φυλάσσονται τα φορητά όπλα μιας στρατιωτικής μονάδας, όπως είναι τα τυφέκια, τα οπλοπολυβόλα, τα πιστόλια, τα αντιαρματικά όπλα, τα ολμοβόλα κ.ά.
2. εργοστάσιο κατασκευής, συντήρησης και επισκευής όπλων
3. ναυτ. οπλοδόκη
4. το σύνολο τών όπλων και οπλικών συστημάτων χώρας ή συμμαχίας ή σύνολο κατηγορίας όπλων και οπλικών συστημάτων («τα πυρηνικά οπλοστάσια τών υπερδυνάμεων είναι τεράστια»)
5. μτφ. σύνολο μέσων ή επιχειρημάτων για την υποστήριξη μιας άποψης ή για την υλοποίηση ενός σκοπού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὅπλο(ν) + -στάσιο(ν) (< -στάτης < ἵστημι), πρβλ. κλιμακο-στάσιο. Η λ., στον λόγιο τ. ὁπλοστάσιον, μαρτυρείται από το 1831 στον Αν. Πολυζωίδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • οπλοστάσιο — το 1. αποθήκη όπλων: Με τους εξοπλισμούς η Γη έγινε ένα απέραντο οπλοστάσιο. 2. στρατιωτικό εργοστάσιο κατασκευής και επισκευής όπλων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • φαρμακολογία — Επιστήμη που μελετά τις ουσίες που έχουν την ικανότητα να προκαλούν λειτουργικές μεταβολές στα κύτταρα και στους οργανισμούς. Η φ. δεν περιορίζεται στη μελέτη των θεραπευτικών ουσιών, αλλά επεκτείνει το ενδιαφέρον της και στα δηλητήρια και στις… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Κολέν, Ζαν — (Jean Colin,; – 1839). Γάλλος φιλέλληνας. Ταξίδεψε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό του Φαβιέρου. Συμμετείχε στην εκστρατεία της Αττικής, στις μάχες στην Κάρυστο, στην Ακρόπολη και στη Χίο. Επίσης υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό και …   Dictionary of Greek

  • Νταφτσένκο ή Νταβζένκο, Αλεξάντρ Πέτροβιτς — (Aleksandr Petrovich Dovzhenko, Σόσνικα, Τσερνίγκεφ 1894 – Μόσχα 1956). Ρώσος σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Γιος Ουκρανών χωρικών, ερασιτέχνης ζωγράφος, αυτοδίδακτος, πλησίασε τον κινηματογράφο από ένστικτο χωρίς καμιά προκαταρκτική περίοδο… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Fuerza Aérea Griega — Aviación Militar Πολεμική Αεροπορία Polemikí Aeroporía Escudo de la Aviación Militar Griega. Activa 1911 (aviación del ejército) 1930 (fue …   Wikipedia Español

  • -στάσιο — στάσιον, ΝΜΑ β’ συνθετικό ουδ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής το οποίο ανάγεται στο ρ. ἵστημι «στέκομαι, βρίσκομαι» και εμφανίζει τη συνεσταλμένη βαθμίδα στă τού ρ. (πρβλ. στά σις, στατός). Τα σύνθ. αυτά εμφανίζουν ως α συνθετικό ουσιαστικά (με… …   Dictionary of Greek

  • αφοπλισμός — Στον όρο α. συμπεριλαμβάνονται τρεις, το λιγότερο, διαφορετικές έννοιες: η καταστροφή ή η μείωση των εξοπλισμών, που επιβάλλεται σε μία ηττημένη χώρα, ο α. καθορισμένων γεωγραφικών περιοχών που προβλέπεται από διμερείς συνθήκες· η μείωση ή ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”